Οι τρείς δρόμοι του κ.Τσίπρα.

 Αντιμέτωπος με το Μνημόνιο πλέον ο νέος πρωθυπουργός, καλείται να πάρει αποφάσεις και να κυβερνήσει.

newego_LARGE_t_1101_54550874_type13031Του Γ.Τριποταμιανού

Όταν κοπάσουν τα επινίκεια ο κ. Τσίπρας θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα προβλήματα και οι ´Ελληνες με δυσθεόρατες οικονομικές υποχρεώσεις, απότοκο του τρίτου Μνημονίου. Και πλέον ο χρόνος θα κυλά αντίστροφα, καθώς η κλεψύδρα αδειάζει και μαζί με αυτήν, η υπομονή αλλά και οι τσέπες των Ελλήνων. Άλλωστε κατά παράδοση  η θητεία των Κυβερνήσεων των οποίων η εντολή ανανεώνεται για δεύτερη φορά, είναι βραχύβια και αυτό όλοι θα πρέπει να το λάβουν υπόψη.

Πλέον για τον κ. Τσίπρα υπάρχουν τρεις πιθανές διαδρομές. Στην πρώτη και πιο αισιόδοξη, ο κ.Τσίπρας αποφασίζει να πάρει το πακέτο διάσωσης, καταφέρνει να ξεπεράσει τις πολιτικές επιπτώσεις του οικονομικού πόνου, υλοποιεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που παράγουν θετικά οικονομικά αποτελέσματα και καταφέρνει να αντιστρέψει την πορεία της Ελλάδας, κερδίζοντας έτσι τη διαρκή εκτίμηση του ελληνικού λαού. Στη δεύτερη, διστάζει και χρονοτριβεί, υποφέρει από τη δημόσια κατακραυγή για την οικονομική καταστροφή και τελικά χάνει τόσο την εύνοια όσο και την εξουσία, υφιστάμενος μία πολιτική ταπείνωση, εν μέσω επίμονης οικονομικής στασιμότητας. Στην τρίτη, προσπαθεί να ισορροπήσει σε δύο βάρκες, εφαρμόζοντας απο τη μία τα συμφωνηθέντα και κουρεύοντας όσα μπορεί, θέτοντας τη χώρα σε μία κατάσταση διαρκούς διαπραγμάτευσης με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό.

Όποιον και από τους τρείς δρόμους και να επιλέξει, το μέλλον δεν είναι και τόσο ευοίωνο. Τρία ζητήματα –η δημοσιονομική προσαρμογή («λιτότητα»), το χρέος και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις- θα είναι το κλειδί για τον καθορισμό του τρόπου που η Ελλάδα θα προχωρήσει στο εγγύς μέλλον. Κατ’ αρχήν, το πρώτο δεδομένο είναι ότι η τρόικα έχει επιβάλει σκληρούς και επώδυνους δημοσιονομικούς στόχους. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτό συμβαίνει, επειδή οι Γερμανοί έχουν μία ηθική αποστροφή για τα ελλείμματα, ακόμα και όταν μπορεί να είναι οικονομικά αναγκαία ελλείμματα, όπως ισχυρίζονται οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει  ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι που επιβλήθηκαν μέχρι στιγμής στην Ελλάδα ήταν σκληροί, πολύ πιο σκληροί από ό, τι οποιαδήποτε κυβέρνηση με τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει τα δικά της ελλείμματα, θα επέλεγε ποτέ.

Η εύκολη απάντηση είναι ότι η γερμανική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το γεγονός, ότι η Ελλάδα έχει αποβληθεί από τις κεφαλαιαγορές και δεν έχει την ικανότητα να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της. Γεγονός είναι ότι, σύμφωνα με την γερμανική εκδοχή, μόνο η εφαρμογή ενός σκληρού και επώδυνου προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης μπορεί να πείσει τις αγορές αυτές να αρχίσουν να δανείζουν και πάλι την Ελλάδα. Επομένως κατά το Βερολίνο, έως ότου η Ελλάδα είναι σε θέση να αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων, η μόνη χρηματοδότησή της θα προέρχεται από μία ένωση που αποτελείται από 18 άλλες κυβερνήσεις, η καθεμιά από τις οποίες είναι υπόλογη στους δικούς της φορολογούμενους. Με άλλα λόγια, το θεσμικό στήσιμο της ευρωζώνης απηχεί γερμανικές ιδεολογικές τάσεις.

Η άποψη που διατυπώνει ο κ. Τσίπρας, σύμφωνα με την οποία η επιβολή της λιτότητας είναι οικονομικά αυτοκαταστροφική και πολιτικά επαχθής, στο επτάμηνο που πέρασε δεν φαίνεται ότι πτόησε το Βερολίνο που υποστηρίζει ότι:  Η Ελλάδα εφάρμοσε ανεπαρκώς ή και καθόλου πολλά από τα μέτρα στα οποία συμφώνησε και η απόδοσή της είχε επανειλημμένα πληγεί από την αβεβαιότητα που προκαλείται από την προοπτική ενός καταστροφικού Grexit, καθώς και από την αστάθεια που προκλήθηκε από τις επαναλαμβανόμενες εκλογές. Λέει επίσης ότι, κατά τη σύγκριση των επιδόσεων της Ελλάδας με εκείνες των άλλων κρατών-μελών που πήραν το ίδιο πικρό φάρμακο, ξεχωρίζει η άθλια απόδοση της Ελλάδας.

Η υπογραφή της συμφωνίας από τον νέο πρωθυπουργό, η ευρεία κοινοβουλευτική στήριξη που εξασφάλισε για την ψήφιση της αλλά και η εξαφάνιση από τον κοινοβουλευτικό χάρτη της ομάδας Λαφαζάνη, είναι στοιχεία που συνηγορούν ότι ο έλληνας πρωθυπουργός θα είναι πλέον «υπάκουος μαθητής» της κυρίας Μέρκελ και του κ. Σόϊμπλε. Κανείς όμως δεν μπορεί να είναι σίγουρος γι ´αυτό. Το σίγουρο είναι ότι η διαπραγμάτευση για το χρέος είναι ένα σημαντικό κίνητρο για τον ´Ελληνα πρωθυπουργό, να ακολουθήσει πειθήνια την γραμμή του Βερολίνου.

Αυτό το Βερολίνο το γνωρίζει πολύ καλά και το πιο πιθανό είναι ότι θα τραβήξει χρονικά τις διαπραγματεύσεις. Ο χρόνος σίγουρα θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των τριών αναμετρήσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη και οι οποίες μπορεί να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς στην ΕΕ. Η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, τρείς απο τους πιο πιστούς υποστηρικτές της καγκελαρίου, βρίσκονται σε προεκλογική περίοδο και αυτό σύμφωνα με τις απόψεις κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να επηρεάσει τους συσχετισμούς. Όμως, δεν θα πρέπει να αγνοεί κανείς, ότι τόσο στην Ισπανία όσο και στην Πορτογαλία, οι σοσιαλιστές ήταν εκείνοι που συμφώνησαν για το Μνημόνιο. Ακόμα όμως και αν υπάρξουν αλλαγές στους συσχετισμούς, το μπλόκ των χωρών της Βαλτικής θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από το Βερολίνο ως πρώτης τάξεως προκάλυμα σε κάθε ελληνικό αίτημα για χαλάρωση των όρων του πρόσφατα ψηφισθέντος Μνημονίου, αλλά και στην επερχόμενη συζήτηση για το χρέος.

Μεταξύ των αναλυτών, το ζήτημα του χρέους έχει προσελκύσει τη μερίδα του λέοντος της προσοχής. Πράγματι, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι πολύ ανήσυχο για την βιωσιμότητα ενός τέτοιου υψηλού συσσωρευμένου χρέους και διαφωνούσε για το θέμα αυτό με τους δύο άλλους εταίρους του στην τρόικα: Την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Παρόλα αυτά, το χρέος είναι λίγο παραπλανητικό. Το ελληνικό χρέος είναι ασυνήθιστο στο ότι κατά κύριο λόγο βρίσκεται στην κατοχή των άλλων κρατών-μελών της ευρωζώνης (μαζί με το ΔΝΤ και την ΕΚΤ) και όχι σε ιδιώτες επενδυτές. Όπως ήδη αναφέρθηκε, μία ρητή αναδιάρθρωση του χρέους, είναι πολιτικά δύσκολο να επιτευχθεί.

Παρόλα αυτά, η εξυπηρέτηση του χρέους είναι λιγότερο δαπανηρή για την Ελλάδα από ό, τι δείχνει το μέγεθός του, επειδή η πραγματική τρέχουσα αξία του είναι πολύ χαμηλότερη και φέρει μεγάλες διάρκειες και χαμηλά επιτόκια. Είναι πολύ πιθανόν, ότι το επιτόκιο θα μειωθεί περαιτέρω στο μέλλον και οι λήξεις [των δόσεων] θα παραταθούν. Με άλλα λόγια, η ευνοϊκή αναχρηματοδότηση είναι μία πιο εύλογη διαδρομή για την αναδιάρθρωση του χρέους, από όσο ένα ξεκάθαρο κούρεμα, ένα σημείο που ξέφυγε από εκείνους που συνηθίζουν να κοιτάζουν παραδοσιακούς τύπους δημόσιου χρέους.

Τέλος, όπως υποστήριξε ο καθηγητής του Χάρβαρντ Ricardo Hausmann, οι άθλιες οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας μετά το 2009, οι οποίες ήταν πολύ χειρότερες από εκείνες της Κύπρου, της Ιρλανδίας ή της Πορτογαλίας, λίγο έχουν να κάνουν με την υπερβολική επιβάρυνση του χρέους της και περισσότερο με τις στρεβλώσεις που επηρεάζουν την ελληνική οικονομία: Η Ελλάδα παράγει πολύ λίγα από αυτά που θέλει να καταναλώσει ο κόσμος. Το συμπέρασμα είναι ότι χρειάζεται να αναπτύξει τις παραγωγικές της ικανότητες αν θέλει να αναπτυχθεί και αυτό απαιτεί ένα σωστό συνδυασμό διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που θα εφαρμοστούν με αποτελεσματικό τρόπο. Το αν η Ελλάδα καταφέρει μία τέτοια μεταρρύθμιση μένει να το δούμε, αλλά είναι όλο και πιο απίθανο ότι κάτι τέτοιο θα αποτελέσει τη μάχη του κ.Τσίπρα.

πηγή

Advertisements
This entry was posted in Aναδημοσίευση από premium.paratiritis.gr. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s