Δόλια δικαιοσύνη.

blindjusticeΤου ΘΕΟΔΟΣΗ Ν. ΠΕΛΕΓΡΙΝΗ*

Τι δικαιοσύνη είναι αυτή που, προκειμένου ο δικαστής να ανακαλύψει την αλήθεια, του επιτρέπει να προτείνει στον εγκληματία ότι, αν με τη μαρτυρία του συμβάλει στη διαλεύκανση της υπόθεσης, θα αντιμετωπιστεί με επιείκεια; Ο εκβιασμός στον οποίο υποβάλλεται εν προκειμένω ο εγκληματίας -«πες μου, αν θέλεις να πέσεις στα μαλακά»- κάθε άλλο παρά καταξιώνει τον δικαστή ως ανεπίληπτο λειτουργό της δικαιοσύνης.

 Τι διαφορετικό κάνει ο ληστής που, υπό την απειλή περιστρόφου, λέει στο θύμα του «πες μου πού έχεις τα λεφτά, αν θέλεις να γλιτώσεις τη ζωούλα σου»; Οσο κι αν ο δικαστής εν προκειμένω δεν ενεργεί με τον βίαιο και ιδιοτελή τρόπο που δρα ο ληστής, για να αποκομίσει ο ίδιος κάποιο υλικό όφελος, αλλά κάνει ό,τι κάνει για να εξυπηρετήσει το γενικό καλό, στο οποίο στοχεύει το δίκαιο, δεν παύει, παρ’ όλα αυτά, επί της ουσίας να ασκεί εκβιασμό στον εγκληματία: να θέλει, προσφέροντάς του ως αντάλλαγμα την επιείκειά του, να τον αναγκάσει να αποκαλύψει.

Η επιείκεια, όμως, θα πρέπει να σημειωθεί, ως παραγόμενη ετυμολογικά από την εικυία, τη μετοχή του ρήματος είκω, που σημαίνει μοιάζω, ταιριάζω, αρμόζω, σημαίνει την εικόνα που αρμόζει στη δικαιοσύνη. Είναι με την έννοια αυτήν που εισηγήθηκε την επιείκεια ο Αριστοτέλης: ως την ανάληψη εκ μέρους του δικαστή μιας ενέργειας που συντελεί στην καλύτερη εφαρμογή της δικαιοσύνης, και όχι στην υπονόμευση της τελευταίας αυτής.

Οι νόμοι είναι από τη φύση τους γενικοί και αφηρημένοι, έτσι, ώστε ο καθένας των να καλύπτει το σύνολο των ομοειδών πράξεων που καλείται να κρίνει ο δικαστής. Οι άνθρωποι, όμως, δεν πράττουν όλοι με τον ίδιο τρόπο ούτε κάτω από τις ίδιες συνθήκες, με αποτέλεσμα μια πράξη να μην μπορεί σε κάθε περίπτωση να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο. Μπορεί ο νόμος περί κλοπής να υποχρεώνει τον δικαστή να καταδικάζει όποιον την διαπράττει, αλλά στην πραγματικότητα η περίπτωση του ανθρώπου που κλέβει προκειμένου να αγοράσει φάρμακα για το παιδί του δεν έχει την ίδια βαρύτητα με την πράξη της κλοπής που διαπράττει κανείς για να εκδικηθεί κάποιον, ώστε να αντιμετωπίζονται με όμοιο τρόπο. Το γεγονός ότι στο νόμο περί κλοπής δεν έχει προβλεφθεί η αντιμετώπιση εξατομικευμένα όλων των περιπτώσεων της πράξης κλοπής δεν σημαίνει ότι ο δικαστής δεν πρέπει, αν θέλει να είναι δίκαιος, να κρίνει την κάθε πράξη κλοπής κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες που τελέστηκε αυτή. Δεν θα ήταν άδικος ο δικαστής αν, επικαλούμενος το σχετικό νόμο, επέβαλλε την ίδια ποινή σε εκείνον που κλέβει χάριν της σωτηρίας του παιδιού του με εκείνον που κλέβει για να εκδικηθεί κάποιον; Και τούτο ισχύει με κάθε νόμο. Είναι αδύνατον ο συντάκτης του να έχει προβλέψει ρύθμιση για κάθε περίπτωση ατομικά. Ακόμα κι αν θα μπορούσε να γίνει αυτό -έστω, στο μέγιστο δυνατό βαθμό-, οι νόμοι θα ήταν τόσο δυσλειτουργικοί, ώστε να καθίστανται ανεφάρμοστοι. Κάποτε που επιχειρήθηκε τούτο με τις περίπου 17.000 παραγράφους του πρωσικού αστικού κώδικα, αποδείχθηκε η ματαιότητα του εγχειρήματος. Γι’ αυτό και εγκαταλείφτηκε έκτοτε κάθε ανάλογη προσπάθεια.

Το χάσμα μεταξύ της γενικότητας των νόμων και της ιδιαιτερότητας των πράξεων στις οποίες αναφέρονται εκείνοι αναλαμβάνει να γεφυρώσει ο δικαστής όταν, με την επιείκεια που επιδεικνύει, προσπαθεί να προσαρμόσει την πράξη προς το νόμο. Η επιείκεια, εν τοιαύτη περιπτώσει, ενεργώντας, όπως επισημαίνει ο Αριστοτέλης, ως διορθωτική δύναμη πάνω στο νόμο έτσι ώστε ο τελευταίος αυτός να γίνει πιο δίκαιος, αποτελεί μέρος της δικαιοσύνης -δίπλα στους νόμους και τα έθιμα.

Η επιείκεια, όμως, χάνει το θεραπευτικό χαρακτήρα της και από διορθωτικός συντελεστής των νόμων μετατρέπεται σε μέσο άσκησης βίας και εκβιασμού όταν χρησιμοποιείται από το δικαστή με τη δημώδη σημασία της: ως έλλειψη αυστηρότητας και αντικειμενικότητας. Ο δικαστής, ασκώντας την επιείκεια με τη δημώδη σημασία της, καταφεύγει στη βία και στον εκβιασμό του εγκληματία όχι για να συμπληρώσει το νόμο, όπως συμβαίνει με τη χρήση της επιείκειας με τον τρόπο που την εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης, αλλά για να καλύψει μια αδυναμία του, την αδυναμία του να διαλευκάνει την υπόθεση που έχει αναλάβει να διερευνήσει προκειμένου στη συνέχεια να εφαρμόσει το νόμο, μια αδυναμία για την οποία ενδεχομένως να μην είναι ο ίδιος υπεύθυνος, αλλά να οφείλεται στο γεγονός ότι η υπόθεση είναι τόσο πολύπλοκη και σκοτεινή που ξεπερνά τα ανθρώπινα όριά του.

Είναι σωστό, όμως, να αποδίδεται στην κοινωνία ένας άνθρωπος που η δικαιοσύνη, εξαιτίας της επιείκειας που επιδείχθηκε προς αυτόν, τον χειρίστηκε διαφορετικά από τον τρόπο που αντιμετώπισε κάποιον άλλο ο οποίος τέλεσε την ίδια επιλήψιμη πράξη κάτω από τις ίδιες συνθήκες; Το χειρότερο είναι δε, όταν ο ευεργετηθείς από την επιείκεια του δικαστή εγκληματίας αποκτήσει τέτοιο θράσος, ώστε να γίνει τιμητής των άλλων που διέπραξαν το ίδιο, όπως αυτός, αδίκημα.

Αυτή τη δικαιοσύνη θέλουμε, λοιπόν: τη δόλια, που εξαρτά την εντιμότητα μιας πράξης από τη χρησιμότητά της; Ή, απεναντίας, θα πρέπει να περιοριστούμε στην κουτσή δικαιοσύνη, που, όσο ανάπηρη και αν είναι, δεν παύει να προσπαθεί να είναι τίμια, όπως αρμόζει στη φύση της;

*Πρύτανης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,

πηγή

Advertisements
This entry was posted in Αναδημοσίευση από Ελευθεροτυπία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s