«Εμένα δεν μπορούν να με ακουμπήσουν!»

αρχείο λήψης (1)Του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΚΟΒΙΤΣ*

Εδώ και καιρό η ειδησεογραφία αναφέρεται σε δραστηριότητες επωνύμων προσώπων. Είναι αναγνωρίσιμα άτομα, αποδεκτά και για ορισμένους πρότυπα επιτυχίας και καταξίωσης. Τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας και είναι θέματα συζήτησης σε εκπομπές και «στρογγυλά τραπέζια». Ομως αυτές δεν αφορούν κοινωνικές, πολιτιστικές και άλλες συνευρέσεις τους, αλλά την ταχύτητα με την οποία διέρχονται την πόρτα του ανακριτή.

 Η εμφάνισή τους έχει να κάνει με την εμπλοκή σε οικονομικά εγκλήματα και τον προσπορισμό χρηματικών ωφελημάτων, μέσα από σωρεία παρανομιών. Σε αρκετές περιπτώσεις, το προσωπικό τους όφελος είναι σε βάρος ανθρώπων με περιορισμένη οικονομική επιφάνεια, οι οποίοι εν προκειμένω τους θεωρούσαν, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήρωες. Με την αποκάλυψη των παρανομιών τους μετατρέπονται από θετικοί σε αρνητικοί ήρωες.

Οταν διαπράττουν την παράνομη πράξη είναι ήδη πλούσιοι, δυνατοί και σε ώριμο στάδιο της ζωής τους. Η ενέργειά τους είναι καλά υπολογισμένη και δεν ερμηνεύεται ως συγκυριακή παρέκκλιση και ένα τυχαίο συμβάν. Η αξιόποινη συμπεριφορά εκπορεύεται από έναν λανθάνοντα ναρκισσισμό και όχι από μια ψυχοπαθητική συμπεριφορά. Η αποδοχή από την κοινωνία τους οδηγεί στην εμφάνιση μιας «εκτροχιασμένης ηγεσίας». Ο ναρκισσισμός τους είναι άμεσα σχετιζόμενος με τη θέση στην κοινωνία, που κατά την άποψή τους είναι υπεράνω και έξω από τυπικούς διαχωρισμούς. Εμφανίζουν δυσδιάκριτη σχέση με τις κοινωνικές τάξεις, ενώ θεωρούν ότι δεν εκπροσωπούνται από κάποιο κλασικό σχήμα ούτε εντάσσονται στην υφιστάμενη κοινωνική δομή. Εν ολίγοις, πιστεύουν ότι είναι άτομα με μια, κατά κάποιον τρόπο, υπερβατική σχέση με την κοινωνία. Θεωρούν τον εαυτό τους οιονεί άγιο και ιερό πρόσωπο. Εχουν από μόνοι τους ενδυθεί με το φωτοστέφανο της ηθικότητας και της αξιοσύνης.

Η αντίληψη που έχουν, με βάση αυτά που βλέπει ο πολίτης, είναι ότι δεν θα αποκαλυφθούν από τον περίγυρό τους. Ακόμα κι όταν υπάρχουν υπόνοιες, η αποδοχή τους διασφαλίζει ασυλία. Ετσι, αισθάνονται άτρωτοι και ανέγγιχτοι. Γι’ αυτούς δεν ισχύει το ρωμαϊκό ρητό memento mori («θυμήσου, είσαι θνητός»). Η έπαρση και η αλαζονεία είναι χαρακτηριστική και εμφανής, ακόμη και όταν συλλαμβάνονται να διαπράττουν οικονομικά εγκλήματα και οδηγούνται με τις χειροπέδες στη φυλακή.

Είναι σύνηθες να εμφανίζουν αλαζονική συμπεριφορά, να μη δέχονται να τους κρατούν από το μπράτσο, να απαιτούν «ειδική» μεταχείριση ή να θεωρούν ότι είναι «μάρτυρες» και «θύματα» κακόβουλων δικαστών και μοχθηρών αντιπάλων. Οταν έρθει η στιγμή να περάσουν το κατώφλι της φυλακής, τους ενδιαφέρει το επικοινωνιακό προφίλ και η εικόνα τους στην κάμερα1. Η έπαρση και η αλαζονεία, σε συνδυασμό με τον λανθάνοντα ναρκισσισμό εξωτερικεύονται και «σκιαγραφούν» το προφίλ τους. Απαιτούν, ιδιαίτερα προκλητικά, την υποστήριξη από την πολιτική και την κοινωνία. Θέλουν να τους ζητήσουν συγγνώμη γιατί υπόκεινται σε προσωπική ταλαιπωρία.

Οταν οι πολίτες κατανοήσουν ότι το επώνυμο, η τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα και η οικονομική επιφάνεια δεν είναι λόγοι κοινωνικού διαχωρισμού και καθολικής αποδοχής, τότε θα αντιληφθούν ότι όσοι διαπράττουν οικονομικά εγκλήματα είναι κοινοί απατεώνες και κοινωνικά αποβράσματα που επιβιώνουν σε βάρος του «ανώνυμου θνητού». Μια κοινωνία που σέβεται το κάθε μέλος της και προχωρεί ισότιμα και αξιακά δεν μπορεί να αυτοακυρώνεται θέτοντας τεχνητούς κοινωνικούς διαχωρισμούς, σύμφωνα με τις επιταγές και τις προσταγές της μόδας και των κρατούντων. Η κοινωνική χειραφέτηση απαιτεί, συν τοις άλλοις, επώνυμους πολίτες και όχι επώνυμα πρόσωπα. Αναζητεί συμπεριφορές που αναδεικνύουν την ανθρώπινη αξία και όχι τη χρηματική. Μια κοινωνία δεν προχωρεί μπροστά όταν μέλη της διαιωνίζουν την άποψη «εμένα δεν μπορούν να με ακουμπήσουν». Πολιτική, νομοθετική και δικαστική εξουσία οφείλουν να παρέχουν εχέγγυα ισότιμης αντιμετώπισης όλων, ανεξαιρέτως, των πολιτών. Αυτό είναι από τα σημαντικότερα στοιχήματα που πρέπει να κερδίσει το πολιτικό σύστημα. Οι πολίτες από την πλευρά τους, οφείλουν, πρωτίστως στον εαυτό τους, να «ωθήσουν» την πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση.

1. Ενώ οι εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου καλύπτουν το πρόσωπό τους εξερχόμενοι από τα δικαστήρια και οδηγούμενοι στις φυλακές, οι επώνυμοι απατεώνες ορθώνουν ανάστημα, κομπάζουν, μιλούν με τους δημοσιογράφους και «παίζουν» με την εικόνα που προβάλουν.

* Διδάκτορας Εργασιακής/Οργανωσιακής Ψυχολογίας. Από τις εκδόσεις University Studio Press κυκλοφορεί το σύγγραμμά του «Στα ίχνη του οικονομικού εγκληματία: Εγχειρίδιο θεωρίας και πρακτικής»

πηγή

Advertisements
This entry was posted in Αναδημοσίευση από Ελευθεροτυπία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s