Δικαίωμα στην (ποιοτική) διαφορά.

untitled(2)Της ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΓΟΥΙΤΛΟΚ*

Οι δηλωμένοι στόχοι των «προγραμμάτων διάσωσης» αφορούσαν τη μείωση δημόσιου χρέους και κρατικών ελλειμμάτων. Προωθούνται, ωστόσο, και κρισιμότατοι άδηλοι στόχοι. Με τη στρατηγική των «μονόδρομων» της τρόικας συντελούνται δύο κατηγορίες μεγα-ιδιωτικοποιήσεων, οι οποίες συρρικνώνουν την παραγωγική βάση της χώρας, οδηγώντας την σε υπανάπτυξη. Πώς αλλιώς αυξάνεται το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρά την πρωτοφανή αφαίμαξη των Ελλήνων;

Επιπλέον, παρ’ ότι ομολογουμένως λανθασμένοι οι χειρισμοί, δεν διορθώνονται. Γιατί, άραγε, είναι «ανεπίδεκτα διορθώσεων» τα τροϊκανά λάθη όταν, μάλιστα, συντρίβουν τους Ελληνες; Οι αιφνίδιες αντιπαραγωγικές ή εμμονικές τακτικές των τροϊκανών προδίδουν επίσης άδηλες στρατηγικές.

Ποιες είναι, λοιπόν, οι μεγα-ιδιωτικοποιήσεις που απειλούν τη χώρα με υπανάπτυξη; Πρώτον, ιδιωτικοποιείται το μετακυλιόμενο στους πολίτες χρέος. Με μειώσεις μισθών, «έκτακτα» χαράτσια, απολύσεις, περικοπές συντάξεων και ζωτικών υπηρεσιών, το δημόσιο χρέος μεταφορτώθηκε de facto στους ανυπαίτιους μικρομεσαίους. Ταυτόχρονα, η διαβόητη «ανικανότητα» του κράτους να φορολογεί κατόχους μεγάλου πλούτου, προστατεύει τους προνομιούχους.

Η δεύτερη μεγα-ιδιωτικοποίηση αφορά την εκποίηση δημόσιας περιουσίας και τη συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Στους κερδισμένους, εδώ, ανήκουν συνηθέστατα ξένοι όμιλοι επιχειρηματικών συμφερόντων, που εξαγοράζουν τα εκποιούμενα φιλέτα. Ετσι, η δημόσια περιουσία ιδιωτικοποιείται, τείνει να φεουδαρχοποιείται, ώστε σε επίπεδο κλίμακας να καθίσταται ανταγωνιστική παγκοσμίως, και αφελληνίζεται. Σε κάθε περίπτωση, στους «χαμένους» ανήκουν τα εξουθενωμένα δύο τρίτα του λαού, ενώ κερδισμένοι βγαίνουν εγχώριοι και εξωχώριοι ολιγάρχες.

Και ενώ κορυφώνεται το τσουνάμι της εξαθλίωσης των Ελλήνων, κατέφθασε νέα συνταγή ανάταξης της οικονομίας. Λάβαμε ακριβοπληρωμένη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ), γνωστού συνηγόρου νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Ο ΟΟΣΑ προωθούσε ανέκαθεν ανοίγματα αγορών-απορρυθμίσεις-ιδιωτικοποιήσεις-παγκοσμιοποίηση. Οι πολιτικές υπεράσπισης του ανεξέλεγκτου των αγορών, δίκην «ελεύθερου ανταγωνισμού», υπήρξαν καταστροφικές. Οδήγησαν στη γιγάντωση ανυπόλογων παγκόσμιων μονοπωλίων και έχουν επικριθεί από νομπελίστες οικονομολόγους και αναλυτές (J. Stiglitz, Ρ. Krugman, D. Rodrik), αλλά ματαίως.

Τη δεκαετία του 1990, η Ε.Ε. πρόβαλε την αρχή «ενότητα στη διαφορετικότητα» («unity in diversity»), επιδιώκοντας υπέρβαση των αντιθέσεων εν όψει του ευρωενωσιακού προτάγματος. Θα διασφαλιζόταν, τάχα, ο σεβασμός των ευρωπαϊκών πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων! Οι παραδόσεις, οι μέθοδοι καλλιεργειών, οι ιδιαίτεροι τρόποι παρασκευής τροφίμων και μαγειρικής εντάσσονται στις πολιτιστικές διαφορές. Η μεσογειακή διατροφή και η δημοφιλής «ελληνική κουζίνα» αναγνωρίζονται διεθνώς για τη συμβολή τους στην υγεία και την ανώτερη ποιότητα ζωής.

Αυτή η κληρονομιά αποτελεί μείζον συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, τόσο στον τουρισμό όσο και στις εξαγωγές ποιοτικών τροφίμων, ποτών ή εδεσμάτων «ονομασίας προέλευσης». Πέρα από τις αρχαιότητες και τη γοητευτική φύση, έμπρακτος στυλοβάτης τουρισμού και εξαγωγών είναι, επομένως, το ελληνικό φαγητό.

Εκπλήσσει, επομένως, το ότι ο ανάδοχος των προτάσεων ΟΟΣΑ, ΥΠΑΝ κ. Χατζηδάκης, εστίασε σε βασικά συστατικά της ελληνικής υπεροχής, όπως το γάλα, ως προβληματικά. Ως προς την τιμή λιανικής, το εγχώριο γάλα είναι ακριβότερο από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Αδιαμφισβήτητα, όμως, πρόκειται για «ποιοτικό γάλα». Οχι για άγευστο ασβεστούχο ρόφημα. Με άλλα λόγια, η έμφαση του ΟΟΣΑ αποκλειστικά στα ποσοτικά στοιχεία ανταγωνιστικότητας υπονομεύει την ποιοτική υπεροχή των προϊόντων.

Αντιστρόφως, ο ΟΟΣΑ εκθειάζει γάλατα 7ήμερης διάρκειας, χαμηλότερης ποιότητας. Απειλεί, έτσι, ορισμένα μοναδικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας: την ελληνική κουζίνα με τα γνήσια, εύγευστα συστατικά της. Φέτα, στραγγιστό γιαούρτι, κασέρια, παγωτό, τα παγκοσμίως περιζήτητα ελληνικά γαλακτοκομικά υψηλής θρεπτικής αξίας και γεύσης κινδυνεύουν να χαθούν οριστικά, εάν επικρατήσει η τιμολογιακή λογική του άγευστου γάλακτος μακράς ραφο-διάρκειας.

Εάν ελληνική κυβέρνηση και Ε.Ε. ενδιαφέρονται, όντως, να βελτιώσουν τους όρους παραγωγής/διάθεσης των γαλακτοκομικών, οφείλουν (α) να διασφαλίζουν αυξημένη και επαρκή ποσόστωση στα ελληνικά γαλακτοκομικά, (β) να κατοχυρώσουν καθεστώς ονομασίας προέλευσης σε διακεκριμένα γαλακτοκομικά, (γ) να περικόψουν αισχροκέρδειες μεσαζόντων ή και κόστη διοδίων, (δ) να επιδοτούν το βασικό αγαθό για όσους αδυνατούν να το προμηθεύονται σε τιμή βιώσιμη και για τους μικροκαλλιεργητές. Φύσει και θέσει, η ελληνική αγροτική οικονομία είναι αδύνατο να ανταγωνιστεί, ποσοτικά, τα βρετανικά ή γερμανικά λατιφούντια. Ευτυχώς, η ιδιοκτησιακή δομή της χώρας μας διαφέρει ριζικά. Λόγω μικρών κλήρων, έχουμε μικρές φάρμες. Αντιστοίχως, έχουν βιομηχανοποιημένους κολοσσούς, που συντρίβουν κάθε ανταγωνισμό. Ουκ εν τω πολλώ το ευ, όμως!

Ποιοτικά υπερέχουμε, μακράν. Οι λάτρεις της ελληνικής κουζίνας επισκέπτες μας εξαίρουν το εγχώριο γάλα. Εάν, λοιπόν, έχει οποιαδήποτε αξία το σλόγκαν «ενότητα στη διαφορετικότητα», Ε.Ε. και κυβέρνηση, για χάρη όλων των Ευρωπαίων, οφείλουν να διασώζουν τα ευρωπαϊκά συγκριτικά πλεονεκτήματα ποιότητας, αντί να τα καταπολεμούν.

*Καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης- Πολιτικής Επικοινωνίας ΑΠΘ

πηγή

Advertisements
This entry was posted in Αναδημοσίευση από Ελευθεροτυπία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s